Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ζέστη! Προσοχή στην αφυδάτωση



Ο καιρός ζέστανε -αν και άργησε η αλήθεια είναι- αλλά ξαφνικά από τις βροχές και την ψυχρούλα, το θερμόμετρο έκανε άλμα! Κανείς δεν ήταν έτοιμος για τόσο απότομη αλλαγή, την οποία παρόλα αυτά και την αποζητούσαν όλοι και ευπρόσδεκτη ήταν. Τι γίνεται όμως τώρα με τη ζέστη και το νερό που πρέπει να πίνει κανείς; Πότε υπάρχει γενικά κίνδυνος αφυδάτωσης;

Ο όρος αφυδάτωση περιγράφει μια κατάσταση αρνητικού ισοζυγίου νερού. Η μείωση του συνολικού ύδατος του οργανισμού μπορεί να οφείλεται σε πλήθος διαταραχών, ενώ αποτελεί συχνό και ενίοτε σοβαρό πρόβλημα της παιδικής ηλικίας.

Το αρνητικό ισοζύγιο μπορεί να προκύψει:

-Από μειωμένη πρόσληψη
-Από αυξημένη απώλεια
-Από μετακίνηση ύδατος στον τρίτο χώρο (μετακίνηση υγρής φάσης εκτός των αγγείων και παραμονή της στον χώρο μεταξύ των κυττάρων)

Η ελάττωση της συνολικής ποσότητας ύδατος του οργανισμού αφορά τόσο τον ενδοκυττάριο όσο και τον εξωκυττάριο χώρο, ενώ σοβαρή αφυδάτωση μπορεί να οδηγήσει σε υπογκαιμικό shock (μείωση του όγκου του αίματος που κυκλοφορεί εντός των αγγείων και κατάρριψη).

Η αφυδάτωση μπορεί να συνοδεύεται και από διαταραχές της ωσμωτικότητας (της ωσμωτικής πιέσεως του αίματος) και να παρουσιάζεται με υπονατριαιμία (Na+ ορού του αίματος κάτω των 130 m Εq / L) ή με υπερνατριαιμία (Na+ ορού άνω των 150 m Eq/L).

Συνήθεις διαταραχές που προκαλούν αφυδάτωση είναι:

-Γαστρεντερίτιδα
-Σακχαρώδης Διαβήτης
-Άποιος διαβήτης
-Ειλεός, παγκρεατίτιδα, περιτονίτιδα
-Εμπύρετα νοσήματα-Αναφυλακτικό – σηπτικό shock
-Κυστική ίνωση
-Δραστηριοποίηση και παραμονή, σε υπερβολικά θερμό περιβάλλον
-Μειωμένη πρόσληψη

Η κλινική έκφραση της αφυδάτωσης αντικατοπτρίζεται από την μείωση τόσο του ενδοκυττάριου ύδατος, όσο και του ενδοαγγειακού.

Η μείωση του ενδοαγγειακού όγκου συνεπάγεται πτώση της αρτηριακής πίεσης, αύξηση της καρδιακής συχνότητας και μείωση της παραγωγής ούρων (ολιγουρία). Η ταχύπνοια (γρήγορη αναπνοή) και η υπέρπνοια (βαθειές αναπνοές), συχνά συνοδεύουν την αφυδάτωση.

Η ενδοκυττάρια αφυδάτωση εκδηλώνεται κλινικά με ελάττωση της ελαστικότητας του δέρματος και της εφύγρανσης των βλεννογόνων καθώς και με σημειολογία από το κεντρικό νευρικό σύστημα (παραλήρημα, χωροχρονικός αποπροσανατολισμός, λήθαργος, σπασμοί, κώμα).

Η βαρύτητα της εικόνας, εξαρτάται αντίστοιχα από την βαρύτητα της αφυδάτωσης. Η σοβαρή αφυδάτωση οδηγεί σε υπογκαιμικό shock (καταπληξία) και υποξία.

Η θεραπεία της αφυδάτωσης συνίσταται, στην αποκατάσταση του ισοζυγίου του ύδατος, παράλληλα με την αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου και τη ρύθμιση πιθανών ηλεκτρολυτικών διαταραχών ( νατρίου, καλίου, συχνά και ασβεστίου).

Το πρώτο βήμα αποτελεί ο καθορισμός της βαρύτητας της αφυδάτωσης και ο προσδιορισμός του ελλείμματος του ύδατος. Επί ήπιας και μέτριας αφυδάτωσης και επί γαστρεντερικής ανοχής, γίνεται προσπάθεια για αναπλήρωση του ελλείμματος με χορήγηση από του στόματος κατάλληλων διαλυμάτων (αλατούχα υδατικά διαλύματα).

Η από του στόματος ενυδάτωση, γίνεται αρχικά σε μικρές και συχνά λαμβανόμενες ποσότητες, προς αποφυγή ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Επί αδυναμίας λήψεως υγρών από του στόματος, όπως και σε περίπτωση σοβαρής αφυδάτωσης, γίνεται χρήση ενδοφλεβίων διαλυμάτων.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η ρύθμιση της υπονατριαιμίας και της υπερνατριαιμίας όταν αυτές συνυπάρχουν.


Πηγή: www.capitalhealth.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: