Ότι η τάση για γυμναστική ή αντιθέτως για καθιστική ζωή έχει γενετικές ρίζες υποψιάζονταν εδώ και χρόνια οι ειδικοί στην άσκηση, καθώς συγκρίνοντας τις συνήθειες μεταξύ των μελών οικογενειών και ιδίως μεταξύ διδύμων, είχαν ανακαλύψει ότι οι στενοί συγγενείς τείνουν να γυμνάζονται με παρόμοιο τρόπο ακόμα και αν έχουν μεγαλώσει σε διαφορετικό περιβάλλον.

Ωστόσο ήταν δύσκολο να καθοριστεί ο βαθμός επιρροής των γονιδίων στην προθυμία για γυμναστική αλλά και ο εντοπισμός των υπαίτιων γονιδίων, αφενός διότι ο αριθμός των προς μελέτη διδύμων είναι περιοριστικός παράγοντας, αφετέρου γιατί δεν είναι εύκολο να διαχωριστούν οι επιδράσεις της ανατροφής από εκείνες των γονιδίων.

Ετσι, επιστήμονες από το πανεπιστήμιο του Μισούρι αποφάσισαν να κάνουν τα δικά τους πειράματα σε αρουραίους, δημιουργώντας τους δικούς τους δεινούς δρομείς και αντίστοιχα τους δικούς τους απόλυτα καθιστικούς τύπους.

Οι ερευνητές παρακολούθησαν τα ζώα επί έξι ημέρες, παρέχοντάς τους αλλεπάλληλες ευκαιρίες για τρέξιμο. Στη συνέχεια, ζευγάρωσαν αναμεταξύ τους εκείνους που έτρεχαν περισσότερο και αντίστοιχα εκείνους που έτρεχαν λιγότερο. Η διασταύρωση αυτή επαναλήφθηκε και στις δύο ομάδες για δέκα γενιές, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ομάδα... σούπερ δρομέων και μια ομάδα σούπερ καθιστικών αρουραίων.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνέκριναν το σώμα, τον εγκέφαλο και το DNA των ζώων για να εντοπίσουν τι ήταν αυτό που τους έκανε τόσο διαφορετικούς στο θέμα της άσκησης.

Αυτό που ανακάλυψαν ήταν πως, οι καθιστικοί αρουραίοι ναι μεν ήταν λίγο πιο χοντροί από τους δραστήριους, αλλά η σύσταση του σώματός τους ήταν παρόμοια. Επιπλέον, και οι δύο ομάδες είχαν εξίσου υγιείς μυς και όρεξη. Συνεπώς, οι διαφορές στην επιθυμία για άσκηση δεν μπορούσαν να αποδοθούν σε διαφορετικά σωματικά χαρακτηριστικά.

Ετσι, οι ερευνητές αποφάσισαν να διερευνήσουν γιατί άρεσε στους μισούς αρουραίους να τρέχουν και στους άλλους μισούς να κάθονται. Συνέκριναν λοιπόν τη δραστηριότητα χιλιάδων γονιδίων σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου που ρυθμίζει την έκλυση χημικών ουσιών της ευχαρίστησης, εντοπίζοντας δεκάδες γονίδια τα οποία ήταν διαφορετικά ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Με άλλα λόγια, η επιθυμία των ζώων να τρέχουν ή να κάθονται καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τα γονίδιά τους.

Η ακριβής αξία του ευρήματος αυτού για τους ανθρώπους παραμένει ασαφής, αλλά «σαφώς υποδηλώνει πως πιθανότατα υπάρχει γενετικό στοιχείο στην προθυμία για άσκηση και στους ανθρώπους», λέει ο δρ Φρανκ Μπουθ, καθηγητής Φυσιολογίας στο πανεπιστήμιο και επιβλέπων της μελέτης.

Το αν αυτό το γενετικό στοιχείο είναι το ίδιο με εκείνο των αρουραίων μένει να εξακριβωθεί από μελέτες σε ανθρώπους.

Πηγή: www.athina984.gr